Γίνονται όλα δυνατά τ' αδύνατα!

Μετά από 32 αγωνιστικές, οφείλω να το ομολογήσω: ναι, η Λίβερπουλ μπορεί να πάρει το πρωτάθλημα. Εχει (όχι μόνο βάσιμες αλλά) πολλές ελπίδες πια να το πάρει. Δεν ξέρω αν το έλπιζαν ο Ρότζερς και οι παίκτες του όταν δεν το έλεγαν και δεν ξέρω πόσο στ’ αλήθεια το πιστεύουν τώρα που το λένε, αλλά μπορούν. Γράφει ο Γιάννης Μπίλιος

Γίνονται όλα δυνατά τ' αδύνατα!
 Με το 4-0 επί της Τότεναμ, πείστηκα ακόμα και εγώ, που μέχρι τα μέσα Φλεβάρη δήλωνα βέβαιος ότι θα τερμάτιζαν πίσω από τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ!
 
Δεν ήταν, βέβαια, ο αντίπαλος το κριτήριο που μου άλλαξε τη γνώμη. Αυτή η αστεία και φοβισμένη Τότεναμ που έφαγε συνολικά εννέα γκολ από τη Λίβερπουλ και έντεκα από τη Μάντσεστερ Σίτι, η Τότεναμ που έγινε το… μεζεδάκι της (τόσο προβληματικής στα περισσότερα από τα υπόλοιπα ματς με τους μεγάλους) Αρσεναλ, η Τότεναμ που έκανε το… λιοντάρι μόνο απέναντι στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ( που φέτος τη... γλέντησε κι ο κάθε πικραμένος) δεν είναι ο αντίπαλος που θα πρέπει ντε και καλά να νικήσεις για να πάρεις το πρωτάθλημα. Ο αληθινός αντίπαλος της Λίβερπουλ ήταν το βάρος των 24 άνυδρων χρόνων και η «υποχρέωση» που είχε για μία ακόμα νίκη, ως επίδοξη πρωτοπόρος και ως «φαβορί» πλέον.
 
Την περασμένη Τετάρτη, η νίκη με 2-1 επί της Σάντερλαντ στο Ανφιλντ ήρθε με άγχος και με καρδιοχτύπι. Χωρίς την άνεση και το στιλ προηγούμενων αγώνων. Χωρίς καν ένα γκολ από τον Λουίς Σουάρες. Εχοντας πια ξεστομίσει τη λέξη «πρωτάθλημα» (μετά τον θρίαμβο στο Ολντ Τράφορντ) ο Ρότζερς και οι παίκτες του έδειχναν έτοιμοι να λυγίσουν από το βάρος της ευθύνης και για το λόγο αυτό περίμενα με πολύ ενδιαφέρον τον αγώνα με την Τότεναμ. Παρά το γεγονός ότι δεν την έχω σε καμία υπόληψη, θεωρούσα ότι θα μπορούσε να κάνει τη ζωή δύσκολη σε μια Λίβερπουλ που πλέον δεν δικαιούται να κρύβεται πίσω από τον τίτλο του αουτσάιντερ και που πρέπει να δείξει την πυγμή και την αποτελεσματικότητα μιας υποψήφιας πρωταθλήτριας.
 
Η απάντηση των «κόκκινων» σε όλα αυτά ήταν ένα ακόμα σόου. Μια καταιγίδα από γκολ στην κωμική άμυνα της Τότεναμ και η αναρρίχηση στο ρετιρέ, στο οποίο θα κατοικούν ολομόναχοι (όχι στα τέλη του Αυγούστου ή στις αρχές Νοεμβρίου, αλλά) στο έμπα του Απρίλη. Από το 1990 έχουν να ζήσουν τέτοια μεγαλεία και δικαιούνται να το γλεντούν με την ψυχή τους. Και, κυρίως, δικαιούνται να αισθάνονται ώριμοι, δυνατοί, έτοιμοι και εκλεκτοί της ιστορίας.
 
Αν η Λίβερπουλ πάρει το πρωτάθλημα, θα πρόκειται για τον πιο... αλλόκοτο τίτλο στην ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ. Ακόμα και η Μπλάκμπερν του 1995 δεν ήταν τόσο... μεταφυσικό φαινόμενο για τα δεδομένα της εποχής της. Είχε ένα επιθετικό δίδυμο που το ζήλευαν οι περισσότερες ομάδες της κατηγορίας (Αλαν Σίρερ-Κρις Σάτον) είχε τερματίσει μέσα στην τετράδα το 1993 και το 1994 και δεν έβλεπε καμία άλλη αντίπαλο, εκτός ίσως από την επί δύο χρόνια πρωταθλήτρια Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, σαν... βουνό. Στο αγγλικό ποδόσφαιρο της προ Μποσμάν εποχής που ήταν μια καθαρά ενδοβρετανική υπόθεση, μια νοικοκυρεμένη και καλοδουλεμένη επαρχιακή ομάδα με έναν ξύπνιο πρόεδρο (Τζακ Γουόκερ) και έναν προπονητή από τους καλύτερους της πιάτσας (Κένι Νταλγκλίς) μπορούσε να κάνει μεγάλα όνειρα.
 
Η σημερινή Λίβερπουλ, αντίθετα, ήταν σαφώς πίσω από τουλάχιστον τέσσερις ομάδες στα προγνωστικά το περασμένο καλοκαίρι. Οποιος έδινε τύχη για τον τίτλο σε μια ομάδα που ελάχιστα είχε αλλάξει σε σχέση με εκείνη που την τελευταία τετραετία τερμάτιζε από έκτη έως όγδοη, θα διεκδικούσε βραβείο... θράσους. Ακόμα και τώρα, με ένα απτό δείγμα 32 αγωνιστικών, εγώ προσωπικά δυσκολεύομαι να δικαιολογήσω το φαινόμενό της.
 
Να όμως που η Λίβερπουλ πάει να πάρει το πιο απαιτητικό πρωτάθλημα του κόσμου, καταργώντας μερικούς από τους πιο βασικούς άγραφους κανόνες του: δεν έχει «γεμάτο» ρόστερ, δεν έχει τεράστιο μπάτζετ, δεν έχει καν την καλύτερη ενδεκάδα σε ποιότητα μονάδων, δεν έχει κάποιον μάνατζερ «ψημένο» στον πρωταθλητισμό, δεν έχει παρουσιάσει κάποια ορατά δείγματα προόδου τα δύο-τρία τελευταία χρόνια, δεν έχει την απαιτούμενη αμυντική αξιοπιστία που συνήθως σού κάνει τη διαφορά -παρεμπιπτόντως, αν δεχθεί έξι γκολ στα εναπομείναντα έξι ματς και παράλληλα κατακτήσει τον τίτλο, θα πρόκειται για τη χειρότερη άμυνα πρωταθλήτριας τα τελευταία 17 χρόνια, με 45 γκολ παθητικό.
 
Οσο απλοϊκό και αν ακούγεται, ο Λουίς Σουάρες πάει να πάρει ένα πρωτάθλημα μόνος του. Κι αν όχι μόνος του, με «υπασπιστή» τον Στάριτζ που ακόμα δεν έχουμε πειστεί αν είναι μεγάλος ή απλά καλός επιθετικός. Το παλιό ρητό ότι «η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση» αναβιώνει με αυτή τη Λίβερπουλ, η οποία λύνει, με αυτή την τρομακτική ευκολία στο σκοράρισμα, όλα τα άλλα προβλήματα.
 
Δεν είναι μόνο ότι βάζει ένα, δύο ή και τρία γκολ παραπάνω από όσα δέχεται, με αποτέλεσμα να έχει φύγει με νίκη ή έστω με ισοπαλία από συνολικά οκτώ αγώνες της εφετινής Πρέμιερ Λιγκ, στους οποίους έχει δεχθεί δύο ή τρία γκολ. Δεν είναι μόνο η καλή ψυχολογία που δίνει σε όλη την ομάδα η αίσθηση ότι «μπορούμε να σκοράρουμε κάθε στιγμή και με κάθε τρόπο». Είναι και κάτι άλλο, πολύ πιο πρακτικό και το είδαμε στο 4-0 με την Τότεναμ.
 
Ποιο είναι αυτό το πολύ πιο πρακτικό; Μα το γεγονός ότι η ευκολία της Λίβερπουλ στο να σκοράρει στην πρώτη ή στη δεύτερη ευκαιρία, της έχει επιτρέψει σε πολλά ματς να παίζει από πολύ νωρίς μερικά μέτρα πιο πίσω. Να κάνει δηλαδή το 1-0 ή το 2-0 και κατόπιν να γεμίζει τους χώρους στα πρώτα δύο τρίτα του γηπέδου με περισσότερους παίκτες από όσους θα απαιτούσαν οι ανάγκες ενός αγώνα που π.χ. στο 70ο λεπτό του παραμένει στο 0-0. Οταν ξέρεις ότι κερδίζεις έστω με 1-0 και ότι εκεί μπροστά είναι... αμολητός ο Σουάρες, δεν έχεις κανένα λόγο να αφήνεις ανοχύρωτους τον γκελαδόρο Σκρτελ, τον απρόβλεπτο Μινιολέ και τον άπειρο (και «λίγο», εδώ που τα λέμε) Φλάναγκαν.
 
Ο Σουάρες οδηγεί τη Λίβερπουλ στην απόλυτη υπέρβαση και θα είναι ο πρώτος παίκτης στην ιστορία της Πρέμιερ Λιγκ που θα δικαιούται τόσο πολύ να πάρει την κούπα στο σπίτι του ή στο... χωριό του στην Ουρουγουάη, αν τελικά τα καταφέρουν οι «κόκκινοι». Η Λίβερπουλ έχει νικήσει τους άγραφους νόμους της μπάλας χάρις σε αυτόν και θέτει υποψηφιότητα να γίνει η πρώτη πρωταθλήτρια σε αυτά τα 22 χρόνια της διοργάνωσης που από «έσχατη» (έβδομη πέρσι) έγινε πρώτη.