«Τα όμορφα παιχνίδια μιας συνηθισμένης διάνοιας»
Την αυτοβιογραφία του παρουσίασε ο Κάρλο Αντσελότι, στη μπουτίκ της Τσέλσι στο «Στάμφορντ Μπριτζ». Αν και πριν από μερικές ημέρες έχασε τον πατέρα του, Τζουζέπε, ο Ιταλός τεχνικός δεν αρνήθηκε να φωτογραφηθεί με όσους του το ζητούσαν και είχαν αγοράσει το βιβλίο του, το συνυπογράφει ο συμπατριώτης του δημοσιογράφος Αλεσάντρο Αλτσάτο.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι: «Τα όμορφα παιχνίδια μιας συνηθισμένης διάνοιας» και συχνά σε αυτό αναφέρεται στο αγαπημένο του σύστημα 4-3-2-1, το οποίο έχει χαρακτηρίσει «χριστουγεννιάτικο δέντρο» (albero di natale), λόγω της διάταξης των ποδοσφαιριστών μέσα στο γήπεδο.
Αποσπάσματα των όσων αναφέρονται στην αυτοβιογραφία του
Για τον Ζοσέ Μουρίνιο (με τον οποίο ήρθαν πολλές φορές σε δημόσια αντιπαράθεση ως προπονητές της Μίλαν και της Ίντερ): «Αποφασίσαμε να κάνουμε ανακωχή, την οποία συμφωνήσαμε και υπογράψαμε πριν από το πρώτο ματς για το Τσάμπιονς Λιγκ [σ.σ. Ίντερ - Τσέλσι], στο Μιλάνο (…) Δε νομίζω ότι ο Ζοζέ κι εγώ θα γίνουμε ποτέ φίλοι, αλλά τώρα έχουμε έναν πραγματικό και αμοιβαίο σεβασμό».
Για τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι: «Εγώ αποφασίζω την ενδεκάδα και τα συστήματα, πάντοτε (…) Φυσικά ο Μπερλουσκόνι μού ζήτησε πάνω από μία φορές να εξηγήσω γιατί άφησα απέξω αυτόν τον παίκτη και όχι εκείνον και μπορεί να λογομαχήσαμε σε περιπτώσεις που επέλεξα να μη χρησιμοποιήσω κάποιον από τους αγαπημένους του, ταλαντούχους παίκτες τους οποίους δυσκολεύεται να βλέπει να ζεσταίνουν τον πάγκο. Τελευταία τον Ροναλντίνιο, στο παρελθόν τον Ρούι Κόστα. Λάτρευε τον Φαν Μπάστεν και τον Σαβίτσεβιτς, λατρεύει και τον Κακά κι ας αποφάσισε να τον πουλήσει».
Για τον Φάμπιο Καπέλο (όταν ήταν προπονητής του στη Μίλαν): «Δεν μπορείς να συμπαθήσεις όλους όσους γνωρίζεις στη ζωή σου. Ο Φάμπιο Καπέλο κι εγώ είχαμε -και έχουμε- διαφορετικές προσωπικότητες. Το πρόβλημα, το οποίο συναντώ και ως προπονητής, είναι ότι είναι πολύ δύσκολο να διαχωρίσεις την επαγγελματική από την προσωπική σχέση. Αν ένας παίκτης καταλήξει στον πάγκο ή στην κερκίδα, δεν μπορεί να έχει συμπάθεια προς τον προπονητή (…) Ο Καπέλο ήταν ο πρώτος προπονητής που δε με θεωρούσε αυτόματη επιλογή για την ενδεκάδα».
Για τον Ντέιβιντ Μπέκαμ: «Όταν έφτασε στην Ιταλία, περίμενα να έχω να κάνω με ένα σταρ του θεάματος που δε θα έβλεπε την ώρα να επιστρέψει το Λος Άντζελες, έναν από εκείνους τους παίκτες που σκέφτονται υπερβολικά το κουτσομπολιό και τη φήμη και όχι αρκετά το ποδόσφαιρο. Αλλά έκανα λάθος. Είναι ένας αψεγάδιαστος επαγγελματίας, ένας εργασιομανής και σχεδόν υπερβολικά καλότροπος κύριος, με την κλάση ενός πολύ ειλικρινούς ανθρώπου».
Για τον Ζινεντίν Ζιντάν: «Ο Ζιντάν ήταν ο καλύτερος παίκτης που έχω κοουτσάρει, ο μοναδικός κάτοικος ενός πολύ διαφορετικού πλανήτη (…) Κάθε μέρα πείθομαι και περισσότερο ότι είχα υπό τις οδηγίες μου ένα υπερφυσικό ον, υπερφυσικό ως προς το καθετί, το αξιοθαύμαστο ταλέντο του και τη μεγάλη του ταπεινότητα. (…) Είχε μόνο ένα μειονέκτημα, δεν έβαζε πολλά γκολ, δεν περνούσε πολύ χώρο στη μεγάλη περιοχή. Έμοιαζε να είχε αλλεργία σ’ εκείνο το κομμάτι του γηπέδου, αλλά ήταν πραγματικός δάσκαλος σε όλα τα άλλα. Λάτρευε την προπόνηση, όλοι τη λατρεύαμε. Επινοούσε πράγματα κι εμείς παρακολουθούσαμε με ανοιχτό το στόμα. Εγώ παρακολουθούσα γιατί αυτή ήταν η δουλειά μου. Οι συμπαίκτες του παρακολουθούσαν γιατί δεν μπορείς να σταματήσεις έναν καλλιτέχνη. Πρέπει να θαυμάσεις το έργο του».
Για την έλευση του Κακά στο Μιλάνο: «Ήταν ένα απίστευτο, ένα υπέροχο δώρο για τη Μίλαν (…) Ένα παιδί-θαύμα στο σπίτι των πρωταθλητών Ευρώπης (…) Κήρυττε το ευαγγέλιο του ποδοσφαίρου και της θρησκευτικής πίστης (…) Μια θεόσταλτη διάνοια (…) Ο δεύτερος καλύτερος παίκτης που έχω προπονήσει και σίγουρα ο πιο ευφυής».
Για τον Ρονάλντο (τον Βραζιλιάνο): «Εξαιρετικός νέος, ανοιχτός, γενναιόδωρος, ευαίσθητος ταπεινός, ντροπαλός. Είναι ακριβώς το αντίθετο απ’ ό,τι πιστεύει ο κόσμος. (…) Επαναπαύθηκε στις δάφνες του. Ήταν πραγματικά κρίμα, γιατί είχε ακόμη τεράστιες δυνατότητες. Ήμουν σίγουρος ότι μπορούσε να γίνει ο καλύτερος ποδοσφαιριστής στον κόσμο. Είχε όλα όσα χρειαζόταν εκτός από ένα πράγμα: τη θέληση να το κάνει».
Για την πρώτη του συνάντηση με τον Ρόμαν Αμπράμοβιτς: «Δεν είχε καμία σχέση με το τέρας που περιέγραφε ο Τύπος. Το αντίθετο. Το πρώτο που μου έκανε εντύπωση ήταν η ντροπαλότητά του. Το δεύτερο, ότι ήταν ειδικός στο ποδόσφαιρο, ήξερε το παιχνίδι από την καλή και απ’ την ανάποδη».
Για τον Άλεξ Φέργκιουσον: «Αν και κέρδισα όλα τα ματς εναντίον του την περασμένη σεζόν, ακόμη θεωρώ τον Φέργκιουσον δάσκαλο του ποδοσφαίρου, ένα δάσκαλο στη ζωή μου, ένα παράδειγμα προς μίμηση, ένα συνάδελφο που προσπαθώ να φτάσω».
Για το φιάσκο της Κωνσταντινούπολης (ήττα από τη Λίβερπουλ στα πέναλτι στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ, το 2005): «Με ρωτάνε τι περνούσε από το μυαλό μου κατά την ανάκαμψη της Λίβερπουλ [σ.σ στο εξάλεπτο που μετέτρεψε το 0-3 σε 3-3]. Η απάντηση είναι απλή: τίποτα. Μηδέν. Στο μυαλό μου υπήρχε ένα τέλειο κενό (…) Δεν ξαναείδα και ούτε προτίθεμαι να ξαναδώ τον αγώνα. Δε βλέπω το λόγο. Η κατάθλιψη πέρασε».
Για την εκδίκηση της Αθήνας (νίκη με 2-0 επί της Λίβερπουλ στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ, το 2007): «Βλέπαμε στην τηλεόραση τον ημιτελικό Λίβερπουλ –Τσέλσι, πριν από το δικό μας ημιτελικό εναντίον της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Η Λίβερπουλ προκρίθηκε. Κοιταχτήκαμε όλοι στα μάτια και από το μυαλό μας πέρασε η ίδια σκέψη: ότι είχαμε ήδη κερδίσει. Και τη Γιουνάιτεντ και τη Λίβερπουλ. Θα μπορούσαμε και να είχαμε προσπεράσει τα δύο ματς, ήταν γραφτό να γίνει».


























